Πρωτοσέλιδο της Φωνής
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Ακούστε Ζωντανά Radio Foninaousis
Νίκου Jumbo

“Στην καρυά του Νόνη”

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Αρθρογραφία

Της Ευθυμούλας Μπαμπάτση-Τζερεφού

Στο μπαξέ του Νόνη μου του Αργύρη του Αμπαλωματή, κάτω στο σιδηροδρομικό σταθμό της Νάουσας, μικρό κοριτσάκι, έζησα, τα πιο όμορφα καλοκαίρια της ζωής μου. Εικόνες μαγικές. Δεκαετία του 1950.

Η γιαγιά μου η Λέγκου, γλυκειά σα μέλι, κοντούλα, με τα εντόπια, το τσίπινο και τα κόκκινα μάγουλα, καθισμένη στο κούτσουρο κάτω απ’ την καρυά, έλαμπε το πρόσωπό της, όταν έβλεπε τις θυγατέρες της Μαρίκα και Βαγγελούδα με τα παιδιά τους να έρχονται, για να περάσουν λίγες μέρες μαζί.

Ο Νόνης, ο Αργύρης, μελαχροινός, ξερακιανός, ασπρομάλλης, θαρρώ πως τον βλέπω, μέσα στις καπνισμένες αγιογραφίες του Αγιώργη, γιατί έτσι ήταν, χωρίς να εκδηλώνεται ήξερες ότι σε αγαπούσε, ήξερες ότι χαιρόταν κι αυτός για τον ερχομό μας, τη θαύμαζε τη θυγατέρα του τη ?Βαγγελούδα. Κι αυτή με τη σειρά της, πρώτα πήγαινε στον πατέρα, φιλούσε το χέρι του και ύστερα τη μάνα χειροφίλημα. Από πίσω τα παιδιά τις ίδιες κινήσεις. Νάουσα σιδηροδρομικός σταθμός ολόκληρο ταξίδι. Το πρώτο κρύο νερό, βγαλμένο από το πηγάδι για να δροσιστούμε.

Ολα αυτά κάτω από τον βαθύ ίσκιο της καρυάς. Τραπέζι ξύλινο μακρύ, φτιαγμένο από το νόνη και ποιός δεν έφαγε εκεί. Νηστικοί και χορτάτοι, εχθροί και φίλοι πλούσιοι και φτωχοί, Ναουσαίοι και ξένοι, όλοι ίσιοι στο τραπέζι του μπάρμπα Αργύρη. Το πράσινο της καρυάς σκέπαζε τα μισά κεραμίδια του αχυρώνα. Διώροφη η καλύβα, κάτω δυο κάμαρες, χώμα καταγής, άστραφταν από παστράδα. Διακόσμηση; Κεντημένος σταυρός πάνω στο κρεβάτι το σιδερένιο και πίσω από την πόρτα η στάμνα με το κρυγιό το νερό. ?Απλά πράματα μα τόσο σημαντικά. Κάτω από την καρυά περνούσε το ποτάμι, εκεί η γιαγιά μου με μαζωμένα τα εντόπια έπλενε τα αγγειά, δίπλα το γεφύρι, η φωτιά, ο φούρνος και πάρα δίπλα η πυροσκιά και το καζάνι για πλύσιμο.

Ολα ζωντανά, όλα δούλευαν. Στο φούρνο, το ψωμί ψηνόταν, στην πυροσκιά ο πέτεινος έβραζε. Μοσχοβολούσε ο τόπος. Αγλειμένο το χώμα, δυο και τρεις φορές την ημέρα κατάβρεγμα και σκούπισμα. Μόνιμη η ψάθα, για ανά πάσα στιγμή ξιάπλα. Αγχος; ?Αγνωστη λέξη για την εποχή εκείνη. Κάθε Σεπτέμβρη το κοπάνισμα της καρυάς. Χαρά μεγάλη. Πανηγύρι. Οι νοικοκυραίοι έπρεπε να έχουν τα καρύδια της χρονιάς τους, για το γκρακλιάνο της Αγίας Βαρβάρας, για το ταρατόρι, την καρυδάρμη, για το πασπάλισμα της νιστόπιτας και ο νόνης μου ήταν νοικοκύρης. Οσο για τη Λέγκου, κανένας δεν μπορούσε να πει κακιά κουβέντα, μοναχά ότι ήταν κοντή και δεν μπορούσε να φουρνίσει, γρήγορα. Ακουγα τον μπάρμπα μου τον Κώτσιο να την πειράζει όταν γέρασαν: - Λέγκω - Λέγκω δεν ήσουν νοικοκυρά. Αψιωμένη η γιαγιά μου απαντούσε: - Εγώ αμπρέ δεν ήμουν νοικοκυρά; ?Ας βγει ένας να πει κάτι για τη μένα. - Σι λέγω ιγώ, να δεν φούρνιζες αγλήγορα. - Εμ ήμουν κοντή για ταύτου.

Αχ γλυκιά μου γιαγιά. Και τι δεν θυμάμαι από το κοπάνισμα της καρυάς. Θυμάμαι τον νόνη μου, αεικίνητο με μάτια μαύρα λαμπερά, παρ’ όλα τα χρόνια του να παρακολουθεί τον γιο του Γόλη μαζί με τους εργάτες και ανάλογα με τις κινήσεις τους, να αλλάζει έκφραση, δίνοντας εντολές από κάτω. Αυτοί σκαρφαλωμένοι να κοπανίζουν τα κλαριά. Με τα καλαμίδια, τα καρύδια να πέφτουν βροχή στα κεφάλια μας, τσιρίδες, κλιάματα, γέλια, δάκρυα, μίξες και η γιαγιά η Λέγκου λολαμένη να προσπαθεί να μας προστατέψει μέσα στα φουστάνια της. Οι θυγατέρες με τη νύφη, μάζουναν τα καρύδια και έβγαζαν τις πράσινες φλούδες. Ολοι με τα μαύρα χέρια. Το απόγευμα ηρεμία, τα καρύδια απλωμένα για να στεγνώνουν και τα κεφάλια μας γεμάτα τζιούφκες.Εικόνα μοναδική. Οσο τα παιδιά του μπάρμπα Αργύρη ήταν ελεύθερα (ανύπαντρα) η γιαγιά η Λέγκου και η Μαρίκα υπάκουες στο σύντροφο και πατέρα, περίμεναν να δώσει εντολή ο νόνης, μόνο η Βαγγελούδα έπαιρνε πρωτοβουλίες και έδινε χαρά στη συντροφιά κάτω από την καρυά. Πότε με το πλούσιο σε γάλα από την αγελάδα τους ριζόγαλο, σπιτικό ζεστό ψωμί με μπάτσιο, σιμιγδαλίσιο χαλβά, πιτουλίτσες με ζάχαρη.

Και στην Κατοχή, όποιος είχε την τύχη ή ατυχία να φτάσει στο μπαξέ του νόνη, κουβαλώντας ασημικά για να τα ανταλλάξει μ’ ένα κομμάτι ψωμί, η Λέγκου τότε ύψωνε το τόσο μικρό μα και τόσο μεγάλο ανάστημά της και έλεγε: - Αναστεναγμένα πράματα δεν θα μπουν στο σπιτικό μας. Φάτε, πιείτε και πάρτε και ώρα καλή να έχετε. Αργότερα το ρόλο του συνεχιστή αυτής της όμορφης απλής ζωής την πήρε ο Γόλης μοναχογιός της Λέγκους με τη γυναίκα του τη Λισσαβούδα, του Οϊ χρυσή νυφη! Δεν θυμάμαι να μας μάλωσε, θυμάμαι, μόνο το νόστιμο πιλιάφι και τις κότες μαγειρεμένες με διάφορους τρόπους, πεντανόστιμες και τα χωρίς μέτρο αυγά τηγανητά. Κάθε μέρα αυγά. Δεν είχαμε χαμπάρι τι θα πει χοληστερίνη και ήμασταν ευτυχισμένοι όλοι κάτω από την ομπρέλα της καρυάς.

Και ύστερα ήρθαν τα φώτα του πολιτισμού και μας άλλαξαν τα φώτα. Ηρθε η ηλεκτρική εταιρία και έφερε το φως το αληθινό. Ελαμψαν τα σπίτια και γέμισαν χαρά. Δεν ήξεραν όμως πιο ήταν το αντίτιμο! Γέμισε ο κάμπος κολόνες και καλώδια. Καλώδια και μέσα στην καρυά του μπάρμπα Αργύρη. Φυσούσε ο αέρας και κινδύνευε να γίνει βραχυκύκλωμα. Διαταγή από την εταιρία “Κόψιμο η καρυά”. Παγωμάρα στο Αμπαλωματέικο. Ευτυχώς ο νόνης είχε πεθάνει. Εμεινε η Λέγκου, μαζί με τα παιδιά της και τα εγγόνια της να ζήσουν αυτή τη μέρα του πένθους. Ολη μου τη ζωή θυμάμαι το μεγάλο πριόνι, και δύο ιδρωμένους εργάτες αντιπαθητικούς για όλους μας, να κόβουν την καρυά, σα να έκοβαν τα πόδια του νόνη μου, όλοι βουρκωμένοι, χαμένοι για το που θα γινόταν από δω και πέρα η μάζωξη. Ορκίστηκα την ώρα που ακούστηκε το δυνατό κραχ και έπεσε λαβωμένο βαριά το δένδρο, νομίζοντας ότι έπεφτε νεκρός για δεύτερη φορά ο νόνης μου, ότι κάποια στιγμή θα έγραφα γι’αυτές τις συγκλονιστικές εικόνες που γράφτηκαν στη μνήμη μου.

Ετσι έκλεισε ο κύκλος μιας εποχής. Ξεράθηκε ο τόπος, ρήμαξε, σταμάτησε να ψήνει ο φούρνος και να βράζει ο πετεινός στην πυροσκιά. Θαρρείς και φεύγοντας η καρυά παρέσυρε μαζί της όλη την ομορφιά. Αρκετά μέτρα μακριά άνοιξε ένας καινούργιος κύκλος. Ο Γόλης, η Λισσαβούδα, τα παιδιά τους στο καινούργιο πλέον σπίτι, με τα φώτα της ΔΕΗ, την πετρογκάζ, το ηλεκτρικό ψυγείο και την γιαγιά την Λέγκου ανήμπορη στο μπαλκόνι σε μια πολυθρόνα πανίτικη να μετράει ώρες ατέλειωτες τα βαγόνια των τραίνων που έφευγαν, όπως έφευγαν και τα δικά της χρόνια. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω όπως δεν γυρίζουν και οι άνθρωποι που δημιούργησαν αυτές τις ιστορίες.

Σημείωση: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό “Νιάουστα”, στο τεύχος 111-112 Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2005, κατόπιν στη “Φωνή Ναούσης” στις 22/11/2008 και τώρα συμπεριλήφθηκε στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Χάρη Πάτση στη 279η σελ. του 29ου τόμου.



Διαιτολογικό Γραφείο,Ευαγγελία Κυράνου. Τηλ.23320-25898, 6973-359177

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




 
Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017




Share |
180 επισκέπτες online

ΧΡΗΣΤΕΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΧΡΗΣΙΜΑ LINKS